Με αφορμή τα 25 χρόνια live που γιορτάζει φέτος ο συμπατριώτης μας Βασίλης Καζούλλης, έγραψα μια "ιστορία" χρησιμοποιώντας τους τίτλους και κάποιους στίχους των τραγουδιών του!
Ο δικός μας Βασίλης Καζούλλης θα γιορτάσει τα 25 χρόνια στο τραγούδι με μια μεγάλη συναυλία που θα γίνει στις 29 Ιουνίου στο Γκάζι (Τεχνόπολις) μαζί με πολλούς καλλιτέχνες οι οποίοι είναι και πολύ καλοί φίλοι του (Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Φίλιππος Πλιάτσικας, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Παντελής Θαλασσινός, Διονύσης Τσακνής, Γιάννης Ζουγανέλης,Γιάννης Μηλιώκας, Βαγγέλης Γερμανός, Νίκος Ζιώγαλας,Κίτρινα Ποδήλατα, Γιάννης Νικολάου, Παναγιώτης Μάργαρης, Δημήτρης Σταρόβας). Στο παρακάτω κείμενο περιγράφω το μουσικό του "ταξίδι" όπως το φαντάστηκα εγώ μέσα απ' τα τραγούδια του. ΜΑΡΙΑ Κ.
"Ένα μουσικό ταξίδι 25 χρόνων όπως το φαντάστηκα εγώ"
Όλα ξεκίνησαν κάπως έτσι..."σαν μια φορά κι έναν καιρό"
Ήταν μια μέρα του 1987
Η ʼννα, η Φεγγαρένια, η Γαλανή η κοπέλα, η Τρελλή, η Μικρή , ακόμα και η Κομπιουτερ-ίτσα, όλες μεγαλωμένες στην ίδια "γειτονιά", γεμάτη μελωδίες και ήχους της δυτικής ροκ σκηνής και της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής. Στην "γειτονιά που μεγαλώσανε έφερναν γύρω το στενό. Το παιδικό τους μυστικό ζουσε χειμώνες, καλοκαίρια". Τι κι αν πέρασαν τα χρόνια και μεγάλωσαν. Αυτές έχουν μείνει πάντα "στα δεκαεννιά".
Μια ανοιξιάτικη μέρα, καθώς έπιναν "καφέ καπουτσίνο", "αραχτές" στον "6ο όροφο" μιας πολυκατοικίας ,ακούγοντας "τις βρισιές και τα χνώτα των άλλων" σκέφτηκαν πως δεν έπρεπε πια να "περιμένουν τον χειμώνα". Ποθούσαν να ζήσουν ένα καλοκαίρι γεμάτο "ταξίδια" θαλασσινά γιατί όπως έλεγε κι ένα γνώριμο τραγούδι "απ' τα ταξίδια θα απομείνουν μόνο τα θαλασσινά".
Έτσι, αποφάσισαν να φύγουν. Σκέφτηκαν, όμως, πως απ' το μεγάλο ταξίδι που σχεδίαζαν δεν θα μπορούσε να λείπει μια καλή τους φίλη, η"Φανή". Την πήραν αμέσως τηλέφωνο, μα η Φανή απασχολημένη ως συνήθως με τους έρωτες της, "τόσα νούμερα, κανένα δεν απαντά". Στην αρχή ήταν λιγάκι διστακτική, καθώς έλεγε πως βαριόταν τα ταξίδια και τις "τόσες αποστάσεις".
Τελικά, πήρε στις αποσκευές της "το παλιό αλφαβητάρι ", φόρεσε τα "τρύπια καπέλα" που της είχε χαρίσει "η Τρελλή", τις "ψεύτικες χάντρες στο γυμνό λαιμό της" και έφυγε. Ντυμένη στα άσπρα και φορώντας ένα "άσπρο νυχτικό" που θα "ανέμιζε στην στροφή " ξεκίνησε το δικό της ξεχωριστό ταξίδι. Ο προορισμός τους ήταν κοινός και το ραντεβού θα δινόταν "στην παλιά την εθνική".
Οι υπόλοιπες κοπέλες πήραν " το τελευταίο πλοίο" της "άγονης γραμμής" που έφευγε απ' "την πύλη τη θαλασσινή". Η ʼννα, όμως, πιο ριψοκίνδυνη απ' όλες επέλεξε να αλλάξει πολλά "αεροπλάνα" για να φτάσει στον προορισμό της. Καταβάθως μέσα της είχε "πόθο για να πετάξει". Οι μέρες περνούσαν ξέγνοιαστα. Το αεράκι φυσούσε και αυτές σεργιάνιζαν στου Αιγαίου τα νησιά.
"ʼπλωναν πανιά και γυρνούσαν σ' άγνωστα μέρη".
Η "Κομπιουτερίτσα που δεν έμοιαζε με όλα τα άλλα τα κορίτσια", γρατζουνούσε την κιθάρα της και η ατμόσφαιρα γέμιζε με τραγούδια που είχαν άλλοτε "Ευρωπαικό" και άλλοτε "Θαλασσινό" ή "Πανηγυριώτικο" ήχο."
Έφευγε ο καιρός σαν καράβι που τους πήγαινε πίσω-μπρος...". Πότε -πότε , "τις κρύες νύχτες" έλεγαν τραγούδια "χωρίς ρεφρέν" ή τραγούδια από "νότες ψυχοφθόρες", όπως "το νέγρικο το μπλούζ " που χόρευαν στο "μπάρ" της γειτονιάς. "Ειν' ένα μπαρ σαν όλα τα άλλα μα όλα ειν' ξεχωριστά"!
Στο δρόμο τους συνάντησαν έναν μοναχικό ταξιδιώτη. Τον "βρήκαν νύχτα, η κιθάρα του σπασμένη". Εκείνος στη ζωή του έκανε ατελείωτα ταξίδια. Τους διηγήθηκε πως "όταν άφησε το σπίτι του πιο μικρός κι απο παιδί , ό ληστής και ο παλιάτσος στο ταμπούρλο του ανέμιζαν τραγούδια". " Τον προσπέρασαν τα χρόνια, δίχως νύχτες γιορτινές" και η ζωή του επιφύλασσε τόσες περιπέτειες που για να ζήσει , "σαν πυγμάχος αγωνίστηκε απάνω στο σκοινί". Όταν τον ρώτησαν γιατί επέλεξε να ζεί "ακλόνητος στο βάθος ή ανθρωπος μονάχος", εκείνος απάντησε πως όλα αυτα τα χρόνια, "πρώτο ρόλο" στη ζωή του είχαν " κοπέλες για λίγο" και πως τα "φιλιά του Αυγούστου" δεν κρατούσαν για πολύ. Τους είπε ακόμα μια παλιά ιστορία: "ξέρω πως μια νύχτα συνάντησα, μια που ήταν ψεύτρα μια μάγισσα, πόσο ξεγελάστηκα, νόμισα πως κυρά μου θα'ναι κι αρχόντισσα" Ούτε κι αυτός δεν ήξερε "πώς ερωτεύεται" τόσο γρήγορα. Ολομόναχος και ταλαιπωρημένος. "Τώρα μονάχα το τραγούδι του απομένει". Τον έλεγαν Δημήτρη...
Είχαν τόσα πολλά να μοιραστούν μεταξύ τους και τόσα κοινά καταβάθως , που έγιναν φίλοι και πορέυτηκαν μάζι γαι πολύ καιρό.
Κάπου στα μέσα του 2000, βρήκαν στεριά και γύρισαν μαζί σε " τόσες πόλεις και πλατείες, στα λιμάνια, στα νησία στις συναυλίες, πλάι στις ράγες, πλάι στα παλιά τα τρένα, ψυθιρίζουν λόγια που' ναι πικραμένα"
Πάντοτε όμως νοσταλγούσαν "τα ταξίδια" τα θάλασσινα. Μπήκαν ξανά στη βάρκα "με τα κουπιά σπασμένα"που την έλεγαν Ελένη και συνέχισαν την "περιπλάνηση". Έκαναν "ευχές" να ναι "αέρας το πανί κι όνειρο το καράβι κι απ 'το βυθό ως την ακτή να' ναι απαλό το βράδυ".
Τα βράδια διάβαζαν παραμύθια που άρχιζαν κάπως έτσι: "κόκκινη κλωστή δεμμένη έφτασε ο κόμπος πια στο χτένι" . Καμία φορά νοσταλγούσαν τα παλιά βιβλία του πατέρα" και πάντα τους μάγευαν της Αλεξάνδρειας οι μύθοι κι οι γιορτές". Πέρναν "τα αστεία σοβαρά, τα σοβαρά για αλήθεια, γιαυτό λοιπόν και κρύφτηκα(ν) μεσα στα παραμύθια"
Σιγά-σιγά το κύμα τους παρέσυρε γλυκά μέχρι τις ακτές της μακρινής Αγγλίας. Αισθάνονταν πως σε αυτά τα μέρη είχαν συγγενείς και κατα σύμπτωση αυτοί οι συγγενείς ήταν κοινοί. Ήταν ο Paul, o John, o Ringo και ο George. Κάπου εκεί "μες του Λίβερπουλ τους δρόμους" και μέσα στα ατέλείωτα λιβάδια με τις φράουλες κυκλοφορούσαν σαν "άγγελοι με τα φτερά", που "κρεμμάσανε στους ώμους μια κιθάρα απ' τα παλιά". Ίσως αυτοί να ήταν οι "άγγελοι της γής" που φαντάζονταν.
Χωρίς να καταλάβουν το πώς ,απ' το Λίβερπουλ βρέθηκαν ξαφνικά στην Σαντορίνη. "Από τα τόσα δειλινά στην Σαντορίνη όσα κι αν είδαν τίποτα δεν έχει μέινει". Κάθε βράδυ ,όμως, κοίταζαν τον ουρανό κι έβλεπαν " κάτι να γυαλίζει". Κάτι σαν "Φωτεινή βροχή"
Κανείς τους δεν ήξερε τι ήταν αυτό που έβλεπαν και όλοι αναρωτιόντουσαν. Όμως, η "Φεγγαρένια με τα χρυσωμένα χτένια" που "χάνονταν με τα φεγγάρια", ήξερε τι ήταν αυτό κι "έσβησε τα φώτα, για να δουν τ' αστέρια"
Αισθάνονταν πως "Κυλούσε ο χρόνος στο νερό, μες το όνειρο τ'αποψινό". Πράγματι, τα χρόνια περνούσαν μα το ταξίδι ήταν τόσο ονειρικό και γεμάτο που δεν ήθελαν να τελειώσει. Και ταξίδευαν, και τα ταξίδευαν απ' τη Δύση μέχρι την Ανατολή για πολύ καιρό ακόμη. ʼκούραστοι ταξιδίωτες...
Η φιλία και η αγάπη που τους έδενε τόσα χρόνια ήταν τόσο δυνατη που αποφάσισαν πως πρέπει να την γιορτάσουν. Έπρεπε να κανουν μια μικρή μονάχα στάση για να ξεκινήσουν και πάλι .
Κάπως έτσι, η βάρκα τους έδεσε τον Ιούνιο του 2011 "στο Βορεινό Λιμάνι". Κατέβηκαν και πήραν τη γραμμή Βικτώρια - Πειραιά". Η ʼννα και η Φανή πιστές στο ραντεβού, τους συνάντησαν σε μια πλατεία της Αθήνας. Στο βάθος υπήρχε μια σκηνή. "Γύρω κόσμος πολύς μπύρες πολλές και μουσικές". Ξαφνικά τα φώτα άναψαν. Στη σκηνή , εκείνος που μάζεψε όλες τις στιγμές τους και τις έκανε τραγούδια . Δίπλα του πολλοί φίλοι απ' τα παλία τραγουδούν μαζί του.
Η Φανή, η ʼννα, η Μικρή, η Τρελλή, η Γαλανή η κοπέλα, η Φεγγαρένια, η Κομπιουτερίτσα, ο Δημήτρης εκείνο το βράδυ άκουσαν τραγούδια τόσο γνώριμα που τους θύμισαν τον ίδιο τους τον εαυτό.. Τελικά η Φανή συνάντησε ξανά τον Μπίλη μετά από τόσο καιρό.
Είχαν περάσει κιόλας 25 χρόνια κι όλα έμοιαζαν σαν να'ταν χτες.
Λέγεται πως το ταξίδι δεν τελείωσε ποτέ...